Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε γονιού που συνειδητοποιεί πως το παιδί του αρχίζει να χαράζει τον δικό του δρόμο. Άλλοτε αυτός ο δρόμος μοιάζει με εκείνον που ο ίδιος είχε κάποτε ονειρευτεί και άλλοτε οδηγεί σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Εκεί δημιουργείται μια λεπτή ισορροπία: μέχρι ποιο σημείο καθοδηγούμε τα παιδιά μας και από ποιο σημείο αρχίζουμε, άθελά μας, να τους ζητάμε να ζήσουν τη ζωή που εμείς ονειρευτήκαμε;
Οι περισσότεροι γονείς επιθυμούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τις δυσκολίες που οι ίδιοι αντιμετώπισαν, να τους ανοίξουν πόρτες που γι’ αυτούς έμειναν κλειστές ή να τους προσφέρουν ευκαιρίες που οι ίδιοι δεν είχαν ποτέ. Μέσα σε αυτή την αγάπη, όμως, κρύβεται πολλές φορές ένας αθέατος κίνδυνος: να πάψουμε να ακούμε το παιδί και να προσπαθήσουμε να εκπληρώσουμε τις δικές μας προσδοκίες.
Αυτό δεν αφορά μόνο τον αθλητισμό. Συμβαίνει στις σπουδές, στην επιλογή επαγγέλματος, στη μουσική, στην τέχνη ή σε κάθε δραστηριότητα όπου ένα παιδί προσπαθεί να ανακαλύψει ποιο πραγματικά είναι. Οι γονείς, συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουν, μεταφέρουν στα παιδιά τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις, τις ανησυχίες και τις εμπειρίες τους. Δεν το κάνουν από εγωισμό, αλλά επειδή πιστεύουν ότι έτσι τα προετοιμάζουν καλύτερα για τη ζωή.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: πότε η καθοδήγηση μετατρέπεται σε προβολή; Πότε η συμβουλή παύει να είναι βοήθεια και γίνεται ένα βάρος που το παιδί καλείται να κουβαλήσει;
Όταν τα όνειρα αλλάζουν ιδιοκτήτη
Όλοι οι άνθρωποι κουβαλούν όνειρα. Κάποια τα πραγματοποιούν, κάποια τα αφήνουν πίσω τους και κάποια παραμένουν πάντα μια μικρή εκκρεμότητα στην καρδιά τους. Είναι απόλυτα φυσιολογικό ένας γονιός να θέλει το παιδί του να έχει περισσότερες ευκαιρίες από όσες είχε ο ίδιος. Εκείνο που δεν είναι πάντα εύκολο να αντιληφθεί είναι η στιγμή που το προσωπικό του όνειρο παύει να του ανήκει και αρχίζει να γίνεται προσδοκία για το παιδί του.
Ίσως κάποιος να ονειρευόταν να γίνει αθλητής, αλλά οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν. Ίσως να ήθελε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό επάγγελμα ή να αναπτύξει ένα ταλέντο που έμεινε ανεκμετάλλευτο. Όταν βλέπει το παιδί του να έχει αντίστοιχες δυνατότητες, είναι φυσικό να πιστεύει ότι τώρα η ιστορία μπορεί να γραφτεί διαφορετικά. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο όνειρο. Βρίσκεται όταν το παιδί παύει να έχει την ελευθερία να αποφασίσει αν αυτό το όνειρο είναι και δικό του.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους φόβους. Ένας γονέας που έχει απογοητευτεί από μια επιλογή, που έχει γνωρίσει την αποτυχία ή που έχει πληγωθεί από μια εμπειρία, προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί του από τον ίδιο πόνο. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, όμως, μπορεί να του στερήσει τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να κάνει λάθη, να ανακαλύψει τις δικές του αντοχές και να χαράξει τη δική του πορεία.
Κάθε παιδί γεννιέται με τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του επιθυμίες και τον δικό του τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Οι γονείς έχουν την ευθύνη να το στηρίξουν, να το εμπνεύσουν και να του προσφέρουν αξίες και εφόδια. Όχι όμως να αποφασίσουν ποια θα είναι τα όνειρά του. Γιατί τα όνειρα, όσο όμορφα κι αν είναι, δεν μπορούν να κληρονομηθούν. Μπορούν μόνο να γεννηθούν μέσα στην καρδιά εκείνου που θα τα κυνηγήσει.
Όταν ο αθλητισμός γίνεται καθρέφτης των προσδοκιών μας
Ο αθλητισμός είναι ίσως το πεδίο όπου οι προσδοκίες των γονέων γίνονται πιο ορατές από οπουδήποτε αλλού. Δεν είναι μόνο οι προπονήσεις, οι αγώνες ή τα αποτελέσματα. Είναι η συνεχής έκθεση, η σύγκριση, η επιθυμία για πρόοδο και η ελπίδα ότι το παιδί θα αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία που του δίνεται. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν μια σπουδαία πηγή κινήτρου. Μπορούν όμως, αν δεν υπάρξει μέτρο, να μετατραπούν σε μια αόρατη πίεση που το παιδί κουβαλά χωρίς ποτέ να την έχει επιλέξει.
Κάθε γονιός χαίρεται όταν βλέπει το παιδί του να εξελίσσεται. Χαίρεται όταν πετυχαίνει έναν στόχο, όταν βελτιώνεται, όταν διακρίνεται. Το δύσκολο σημείο είναι να ξεχωρίσει αν αυτή η χαρά γεννιέται επειδή το παιδί είναι πραγματικά ευτυχισμένο ή επειδή επιβεβαιώνεται μια προσωπική προσδοκία. Είναι μια λεπτή διαφορά, αλλά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνει το παιδί τον αθλητισμό.
Ένα παιδί μπορεί να αγαπά το μπάσκετ, το ποδόσφαιρο, την κολύμβηση ή οποιοδήποτε άλλο άθλημα επειδή του προσφέρει χαρά, φιλίες και την αίσθηση ότι ανήκει σε μια ομάδα. Όταν όμως αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι η αξία του μετριέται κυρίως από τις επιδόσεις του, κάτι αλλάζει. Η προπόνηση δεν είναι πλέον μόνο δημιουργία και παιχνίδι· γίνεται μια συνεχής δοκιμασία, στην οποία αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει κάτι.
Συχνά, αυτή η αλλαγή δεν προέρχεται από μεγάλες κουβέντες ή έντονες αντιδράσεις. Γεννιέται μέσα από μικρές, καθημερινές φράσεις που μοιάζουν αθώες. «Μπορείς καλύτερα». «Μην επαναλάβεις το ίδιο λάθος». «Πρέπει να δουλέψεις περισσότερο». «Έχεις δυνατότητες, μην τις αφήσεις να πάνε χαμένες». Καθεμία από αυτές τις προτάσεις μπορεί να κρύβει πραγματικό ενδιαφέρον και αγάπη. Αν όμως το παιδί τις ακούει μόνο όταν αποτυγχάνει ή μόνο όταν δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, είναι πιθανό να αρχίσει να πιστεύει ότι η αποδοχή εξαρτάται από την απόδοσή του.
Ο αθλητισμός, περισσότερο από πολλές άλλες δραστηριότητες, προσφέρει συνεχείς ευκαιρίες για σύγκριση. Ποιος έπαιξε περισσότερο, ποιος πέτυχε περισσότερους πόντους ή γκολ, ποιος κλήθηκε σε μια καλύτερη ομάδα, ποιος ξεχώρισε. Οι συγκρίσεις αυτές είναι σχεδόν αναπόφευκτες. Όταν όμως γίνονται το βασικό μέτρο αξιολόγησης, το παιδί παύει να ανταγωνίζεται τον εαυτό του και αρχίζει να ζει μέσα από τις επιδόσεις των άλλων.
Κάθε παιδί, όμως, έχει τον δικό του ρυθμό ανάπτυξης. Άλλα ωριμάζουν νωρίς και άλλα αργότερα. Άλλα αποκτούν γρήγορα αυτοπεποίθηση και άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να πιστέψουν στις δυνατότητές τους. Η πορεία ενός νεαρού αθλητή δεν είναι μια ευθεία γραμμή ούτε ένας αγώνας ταχύτητας. Είναι μια διαδρομή γεμάτη μικρές νίκες, απογοητεύσεις, αμφιβολίες και νέες αρχές. Όταν οι προσδοκίες γίνονται μεγαλύτερες από την ίδια τη χαρά της συμμετοχής, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί ο λόγος για τον οποίο το παιδί ξεκίνησε να αθλείται.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε γονέα να είναι να θυμάται ότι ο αθλητισμός δεν έχει ως μοναδικό σκοπό να δημιουργήσει πρωταθλητές. Σκοπός του είναι να διαμορφώσει ανθρώπους που θα μάθουν να συνεργάζονται, να επιμένουν, να διαχειρίζονται την ήττα, να χαίρονται την προσπάθεια και να σέβονται τον αντίπαλο. Αν κάποτε έρθουν και οι διακρίσεις, θα είναι ένα όμορφο αποτέλεσμα αυτής της πορείας. Δεν θα πρέπει όμως να γίνουν ο λόγος ύπαρξής της.
Τα παιδιά δεν γεννιούνται για να συνεχίσουν τα όνειρά μας.
Γεννιούνται για να ανακαλύψουν τα δικά τους.
Κι εμείς έχουμε το προνόμιο να τα συνοδεύσουμε σε αυτό το ταξίδι.
Όταν η αγάπη σημαίνει να κάνεις ένα βήμα πίσω
Υπάρχουν παιδιά που θα φτάσουν πολύ ψηλά στον αθλητισμό. Κάποια θα φορέσουν τη φανέλα της αγαπημένης τους ομάδας, κάποια θα αγωνιστούν σε εθνικές κατηγορίες και κάποια ίσως πραγματοποιήσουν το όνειρο μιας επαγγελματικής καριέρας. Τα περισσότερα, όμως, κάποια στιγμή θα σταματήσουν. Όχι επειδή απέτυχαν, αλλά επειδή η ζωή θα τα οδηγήσει σε διαφορετικά μονοπάτια.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο αθλητισμός δεν πέτυχε τον σκοπό του.
Γιατί η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι ένα μετάλλιο, ένα κύπελλο ή ένας τίτλος. Είναι ο άνθρωπος που διαμορφώνεται μέσα από τη διαδρομή. Το παιδί που έμαθε να συνεργάζεται, να σέβεται, να προσπαθεί ξανά μετά από μια αποτυχία, να διαχειρίζεται τη χαρά της νίκης με ταπεινότητα και την πίκρα της ήττας με αξιοπρέπεια.
Αν αυτά τα μαθήματα μείνουν μαζί του για όλη του τη ζωή, τότε ο αθλητισμός έχει ήδη πετύχει περισσότερα από όσα μπορεί να δείξει οποιοσδήποτε πίνακας αποτελεσμάτων.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη πρόκληση για όλους τους γονείς να μην είναι να μεγαλώσουν έναν σπουδαίο αθλητή. Ίσως η πραγματική πρόκληση να είναι να μεγαλώσουν έναν ευτυχισμένο άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που θα αγαπήσει αυτό που κάνει, όχι επειδή φοβήθηκε να απογοητεύσει τους γονείς του, αλλά επειδή το επέλεξε ο ίδιος.
Και ίσως η πιο δύσκολη μορφή αγάπης να είναι αυτή που δεν προσπαθεί να καθορίσει τη διαδρομή του παιδιού, αλλά βρίσκεται δίπλα του σε κάθε βήμα της.

